Αρχείο ετικέτας review

Επιβεβαιώθηκε το sequel του Dumb & Dumber!


Οι φήμες για την ανάπτυξη ενός επίσημου sequel της κωμωδίας «Ο Ηλίθιος και ο Πανηλήθιος» του 1994 κυκλοφορούν εδώ και μήνες χωρίς, ωστόσο να ανακοινώνεται κάτι επίσημα.

Με τη προώθηση της νέας τους ταινίας, The Three Stooges, οι αδερφοί Farrelly «πέταξαν» στο twitter τους, σε ανύποπτο χρόνο, την επίσημη βόμβα. “Τα γυρίσματα Dumb and Dumber 2 ξεκινάν τον Σεπτέμβριο και έχουν ήδη υπογράψει για να επιστρέψουν οι Jim Carrey και Jeff Bridges.”

Με τις καριέρες, τόσο των δύο σκηνοθετών, όσο και των δύο πρωταγωνιστών να μην είναι στα καλύτερά τους, είναι η επιλογή ενός τέτοιο sequel, η σωστή επιλογή; Ο χρόνος θα δείξει…

Αλέξανδρος Κυριαζής

 

πηγή: http://www.artsandthecity.gr/index.php?article=2837

Advertisements

Φυλαχτείτε! Έρχονται οι «Φύλακες της γειτονιάς σας» -Ben Stiller, Vince Vaughn, Jonah Hill


Neighborhood Watch ονομάζεται η νέα κωμωδία του Ben Stiller που έχει ένα…αναπάντεχο sci-fi twist. Τέσσερεις μπαμπάδες μιας φιλήσυχης έως βαρετής γειτονιάς, ψάχνουν τρόπο να ξεφύγουν για λίγο από τις οικογένειές τους και οργανώνουν μια ομάδα φύλαξης της γειτονιάς. Σύντομα όμως θα ανακαλύψουν ότι κάποιοι από τους γείτονές τους είναι εξωγήινοι που σκοπεύουν να καταστρέψουν τη Γη!

Σε σκηνοθεσία του Akiva Schaffer (Hot Rod, Saturday Night Live) και σενάριο των Evan Goldberg και Seth Rogen, τοNeighborhood Watch μοιάζει μια πραγματικά ευτράπελη κωμωδία που ελπίζουμε να αξιοποιήσει το ταλέντο των τεσσάρων πρωταγωνιστών της, Ben StillerVince VaughnJonah Hill καιRichard Ayoade.

Δείτε το teaser trailer. Η ταινία αναμένεται στις αίθουσες τον Ιούλιο…

Αλέξανδρος Κυριαζής

πηγή: http://www.artsandthecity.gr/index.php?article=2845

This must be the place (Εκεί που χτυπά η καρδιά μου)


Σκηνοθεσία

Πάολο Σορεντίνο
Πρωταγωνιστούν

Σον Πεν, Φράνσις ΜακΝτόρμαντ, Τζαντ Χερς, Χάρι Ντιν Στάντον
Υπόθεση
 Ο Σαγιέν, ένας αντικοινωνικός πρώην ροκ σταρ, επιστρέφει μετά τον θάνατο του πατέρα του από το Δουβλίνο στη Νέα Υόρκη. Εκεί μαθαίνει πως εκείνος αναζητούσε έναν ναζί εγκληματία, βασανιστή του στο Άουσβιτς, ο οποίος βρίσκεται τώρα στις ΗΠΑ και αποφασίζει να συνεχίσει ο ίδιος την έρευνα.
Κριτική

7/10
Ένα ιδιόμορφο κράμα ταινίας δρόμου, κωμωδίας και δράματος από τον σκηνοθέτη της αριστουργηματικής ταινίας »Il Divo». Ωστόσο, δεν αξίζει και τόσο να σταθούμε στην σκηνοθεσία του Πάολο Σορεντίνο όσο στην καθηλωτική ερμηνεία του Σον Πεν. Είναι πραγματικά ντροπή ερμηνείες σαν κι αυτή να μην βρίσκονται καν στις υποψηφιότητες για τα Όσκαρ. Αλλά εδώ που τα λέμε, ποιος τα λογαριάζει τα Όσκαρ; Το θέμα είναι ποια ερμηνεία θα μιλήσει περισσότερο στην καρδιά του θεατή και ποια ταινία θα αντέξει περισσότερο στον χρόνο. Ο διάσημος ηθοποιός κυριολεκτικά μεταμορφώνεται για τις ανάγκες του συγκεκριμένου απαιτητικού ρόλου και φαντάζει αγνώριστος κάτω από το μακιγιάζ του. Κάθε ατάκα ερμηνευμένη με τόση ακρίβεια, σαν να είναι ο ίδιος ο ήρωας. Ένας ανθρώπινος χαμαιλέοντας. Αρκετοί σπεύδουν να συγκρίνουν αυτή την ερμηνεία του Πεν με την ερμηνεία του στην επίσης πολύ καλή ταινία »Το όνομά μου είναι Σαμ». Ίσως εντοπίζονται κάποιες ομοιότητες ως προς τα εκφραστικά μέσα που χρησιμοποιεί ο ηθοποιός αλλά την τωρινή ερμηνεία θα την χαρακτηρίζαμε πιο ώριμη, ίσως και περισσότερο εκκεντρική. Γι’αυτό και ούτε καν υπήρξε υποψήφιος για τα Όσκαρ. Ένας θεσμός τόσο υπερτιμημένος που μόνο το διαφορετικό δεν προωθεί και κάθε χρόνο μας προκαλεί όλο και μεγαλύτερη πλήξη και ανία. Για μένα, το μεγαλύτερο μειονέκτημα της ταινίας είναι το σενάριό της. Όχι η ιδέα της, αλλά το σενάριό της. Σε πολλά σημεία ο θεατής μπερδεύεται, το τέλος είναι απότομο ενώ κάποια από τα μηνύματα που θέλει να περάσει στον θεατή μένουν στην μέση. Παρ’όλα αυτά θίγει κάποια κοινωνικά προβλήματα-έστω και με επιδερμικό τρόπο- ενώ παράλληλα τονίζεται το δικαίωμα στην διαφορετικότητα και τα προβλήματα που επιφέρει η μοναξιά (διαχρονικά) στον άνθρωπο. Αν είναι κάτι που μου έμεινε μετά τους τίτλους τέλους της ταινίας, εκτός και από την ερμηνεία του Πεν, αυτό είναι η εντυπωσιακή πλανοθεσία, σαν βγαλμένη από κάποιο αριστούργημα των Αδελφών Κοέν. Μοτέλ, παράξενα μπαράκια, απομονωμένα σπίτια, χιονισμένα τοπία και άνυδρες εκτάσεις. Όλα αυτά που θα θέλατε να δείτε ταξιδεύοντας από την Νέα Υόρκη στο Μεξικό και πάλι πίσω στην Ευρώπη. Ένα ταξίδι αυτοπραγμάτωσης και ολοκλήρωσης για τον ήρωά μας, ένα ταξίδι »εκεί που χτυπάει η καρδιά του κάθε ρομαντικού ταξιδιώτη». Ένα ταξίδι στα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα, μια ειρωνική ματιά στην ζωή στις μεγαλουπόλεις που μας αλλοτριώνει και την εποχή της ήσσονος προσπάθειας που διανύουμε. Του ταιριάζει το πολιτικό σινεμά του Σορεντίνο. Σφάζει πάντα με το γάντι, σε χαλαρούς ρυθμούς, χωρίς ποτέ να καταφεύγει σε φτηνούς λαϊκισμούς αλλά πάντοτε περνώντας το όποιο σχόλιο μέσα από τις ίδιες τις καταστάσεις που κινηματογραφεί, Μουσική επένδυση που σε γυρνάει πίσω στο παλιό, ποιοτικό χαλαρό ροκ και ένα μοντάζ σχεδόν ρυθμικό καθιστούν την ταινία μια πραγματική σινεφίλ εμπειρία. Άλλοτε θα γελάσετε, σε άλλα σημεία θα δακρύσετε αλλά το τελικό συμπέρασμα είναι ότι είναι μια ταινία που όπως και να’χει δεν είναι απογυμνωμένη από συναισθήματα στα πλαίσια μιας »ουδετερότητας», σε κάνει να αισθάνεσαι. Και για μένα αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα που πρέπει να κερδίσει κάθε ταινία: να έχει ψυχή (ανθρώπινη και όχι μεταλλική). Ε, λοιπόν, πιστεύω ότι αυτή η ταινία το πετυχαίνει!
Π.Λ

Project X


Άλλο ένα μήνυμα «Από τους δημιουργούς του The Hangover» στη αφίσα, από τα πολλά που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια, έκανε τη διάθεσή μου να δω το Project X, σχεδόν μηδενική. Το concept του νεανικού πάρτυ που φεύγει από κάθε έλεγχο δε μπορώ να πω ότι με συγκινεί και πρέπει να παραδεχτώ ότι ήμουν αρνητικά προκατειλημμένος προς τη ταινία. Για να δούμε αν κατάφερε να μου αλλάξει γνώμη.

Τρεις φίλοι στη τελευταία τάξη του λυκείου με τις ορμόνες τους να βράζουν, ζητούν μόνο ένα πράγμα από τη ζωή τους, να πηδήξουν! Γυμνασμένοι δεν είναι, γκόμενοι δεν είναι, δημοφιλείς δεν είναι, ο μόνος τρόπος για να αλλάξουν τη μοίρα τους είναι ένα πάρτυ, ένα μεγαλειώδες πάρτυ. Ο Thomas κλείνει τα 17 του χρόνια και έχει το σπίτι του για ένα σαββατοκύριακο, όλο δικό του. Με τη παρότρυνση των φίλων του, διοργανώνει ένα πάρτυ, μια κρεπάλη που τελικά ξεφεύγει από κάθε όριο.

Όλοι θυμάστε το φωτογραφικό άλμπουμ που βλέπαμε κατά τους τίτλους τέλους των Hangover με τα κατορθώματα των πρωταγωνιστών το προηγούμενο βράδυ, αυτό ακριβώς και το κεντρικό θέμα του Project X. Το πρώτο act, της προετοιμασίας του πάρτυ μας επαναφέρει επίπονες αναμνήσεις του τραγικού Superbad θεωρώντας κωμωδία το να αναφέρεις ανά τρεις λέξεις, τα pussy, bitch και fingerfuck. Και επιτέλους, μετά από αρκετή ώρα αρχίζει το πάρτυ…

Οι 50 καλεσμένοι γίνονται 1500 και το σπίτι γίνεται κόλαση. Ιπτάμενα σκυλιά, αγριεμένοι νάνοι, «ερεθισμένοι» νέοι να χαμουρεύονται και να ξεγυμνώνονται σε κάθε γωνία, αλκοόλ και έκσταση να ρέουν άφθονα και ο Thomas να προσπαθεί να προφυλάξει ότι μπορεί από το σπίτι του…μέχρι που ένα τρελαμένος dealer κάνει ντου με φλογοβόλο και όλα γίνονται…γιάχμα!

 

Το όλο θέμα του party-movie το έχουμε ξαναδεί αλλά το Project X κάνει το βήμα παραπάνω. Η τρέλα, η φαντασία, και η υπερβολή ξεπερνάν κάθε όριο και αρχίζει, ακόμα και για τους πιο αρνητικούς όπως εμένα, να γίνεται διασκεδαστικό. Μερικές, λίγες για μένα, πραγματικά ξεκαρδιστικές σκηνές, εκκωφαντική αλλά και σωστά επιλεγμένη μουσική, σου αφήνουν ένα ένοχο χαμόγελο ευφορίας.

Όπως ο καθένας έχει τις προτιμήσεις του στη διασκέδαση, έτσι και για μένα ένα τέτοιο πάρτυ δε βρίσκεται στη δικιά μου λίστα, ούτε καν ως κινηματογραφικό θέμα, κάνοντάς με μάλλον ακατάλληλο για τη κριτική του, όμως ακόμα και έτσι, το Project X κατάφερε να με διασκεδάσει, έστω και πολύ λιγότερο από τους συνθεατές μου. Αν το Superbad σας ενθουσίασε, αν τα πάρτυ χωρίς τέλος και χωρίς έλεος, είναι ο παράδεισός σας, τότε μη χάσετε το Project X. Οι υπόλοιποι, θα περάσετε απλά μια ευχάριστη βραδιά…

5/10

Αλέξανδρος Κυριαζής

πηγή: http://www.artsandthecity.gr/index.php?article=2850

Intouchables (Άθικτοι)


Σκηνοθεσία

Ερίκ Τολεντανό, Ολιβιέ Νακάς
Πρωταγωνιστούν

Φρανσουά Κλιζέ, Ομάρ Σι, Οντρέ Φλερό
Υπόθεση

Ένας τετραπληγικός αριστοκράτης προσλαμβάνει ως βοηθό-νοσοκόμο έναν νεαρό Αφρικανό των παριζιάνικων προαστίων, ο οποίος θα του αλλάξει την ζωή με έναν εντελώς απρόσμενο τρόπο.
Κριτική

7,5/10
Μια παράξενη κοινωνική κωμωδία από αυτές που μόνο οι Γάλλοι σκηνοθέτες μπορούν να μας προσφέρουν. Η τρίτη μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία όλων των εποχών στο γαλλικό box office μετά τον »Τιτανικό» του Κάμερον και το »Είναι τρελοί αυτοί οι βόρειοι». Αναπάντεχο, αν αναλογιστεί κανείς ότι η ιστορία που αφηγούνται οι δύο σκηνοθέτες δεν διαθέτει κάποια ουσιαστική πρωτοτυπία και δεν διστάζουν να μας σερβίρουν μέσα σε δύο ώρες άπειρα κλισέ με έναν τρόπο που όχι μόνο δεν σε κάνει να πλήττεις κατά την παρακολούθηση της ταινίας αλλά που σε κρατάει σε επαγρύπνηση και σε κάνει συνεχώς να χαμογελάς. Οι »Άθικτοι» κρύβουν μέσα τους γερές δόσεις αισιοδοξίας, όχι όμως με τον χαζοχαρούμενο τρόπο μιας αμερικανικής κομεντί αλλά με έναν τρόπο ρεαλιστικό και γήινο. Πότε γέλιο, πότε δάκρυ, όπως άλλωστε και η ίδια η ζωή. Ποτέ δεν ξέρεις τι θα σου συμβεί το επόμενο δευτερόλεπτο. Η ταινία βασίζεται σε αληθινή ιστορία και συγκινεί με τον τρόπο που δένονται οι δύο αυτοί άντρες μεταξύ τους. Η αλήθεια είναι ότι διαθέτουν περισσότερα κοινά απ’ότι στην αρχή νομίζουν ότι έχουν. Είναι και οι δύο στο περιθώριο της κοινωνίας, ο καθένας με τον δικό του πάντα τρόπο, και δεν βρίσκεται κανείς να τους επανεντάξει, να ενδιαφερθεί πραγματικά για την ψυχοσωματική τους υγεία. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο ένας συμπληρώνει τον άλλο. Ο τετραπληγικός αριστοκράτης βρίσκει στο πρόσωπο του νεαρού Αφρικανού αυτό που ποτέ δεν του προσέφερε κανένας άλλο νοσοκόμος : απλότητα και κατανόηση. Οι ανάπηροι άνθρωποι δεν έχουν ανάγκη τον οίκτο μας αλλά την κατανόησή μας και την προσπάθειά μας να τους εντάξουμε ομαλά στην κοινωνία. Ο μεσήλικας ανάπηρος της ιστορίας μας αισθάνεται ,για πρώτη φορά μετά το ατυχές συμβάν του, ευτυχισμένος που κάποιος αρτιμελής τον αντιμετωπίζει ως ίσο. Μέχρι τότε οι περισσότεροι τον αντιμετώπιζαν σαν να ήταν μια μηχανή που είχε χαλάσει, σαν έναν κακόμοιρο που απλά έπρεπε να ξεσκατίσουν. Όχι πια. Οι δύο άντρες διασκεδάζουν μαζί, πηγαίνουν στην όπερα, φλερτάρουν δια αλληλογραφίας, καπνίζουν τσιγαριλίκι, επιδίδονται σε »παρά πέντε». Και ο νεαρός Αφρικανός βρίσκει κάτι στο πρόσωπο του ανάπηρου που δεν είχε βρει σε όλη του την ζωή. Έναν εργοδότη με κατανόηση σε αντίθεση με τους κλασικούς καταπιεστικούς διευθυντές μεγαλοεταιρειών που εξουθενώνουν σωματικά και ψυχικά τους εργαζόμενους. Να, λοιπόν, τι μπορεί να γίνει όταν οι περιθωριακοί της κοινωνίας ενώνονται. Γίνονται »Άθικτοι» ή ακόμα καλύτερα »ανέγγιχτοι» (όπως είναι και η επί λέξη μετάφραση του γαλλικού τίτλου). Δεν μπορεί να τους αγγίξει κανείς, δένονται με έναν παράξενο δεσμό που η δήθεν ορθότητα της κοινωνίας δεν μπορεί να διαλύσει. Αυτό ίσως να ήταν που συνετέλεσε σημαντικά στην επιτυχία της ταινίας τόσο στην Γαλλία όσο και έξω από αυτήν. Οι δύο πρωταγωνιστές είναι πραγματικά εξαιρετικοί (χωρίς αυτούς ίσως να μην μιλάγαμε για ταινία-φαινόμενο). Ο έμπειρος Φρανσουά Κλιζέ μας εισάγει πλήρως στον κόσμο ενός τετραπληγικού ανθρώπου και στις ανάγκες του ενώ σε πολλά σημεία μας συγκινεί. Πραγματική αποκάλυψη ο Ομάρ Σι που καλείται να δώσει την κωμική νότα της ταινίας και τα καταφέρνει περίτρανα. Η Γαλλία ίσως να έχει βρει έναν από τους επόμενους άξιους κωμικούς της! Σκηνοθεσία επίπεδη, με λίγα σκηνοθετικά ευρήματα, σενάριο που δεν υπερβαίνει το συνηθισμένο, σπιντάτο μοντάζ και μουσικές επιλογές που σε κάνουν να θέλεις να σηκωθείς από το κάθισμά σου και να αρχίσεις να χορεύεις. Τόσα κλισέ, τόσο συνηθισμένες ιστορίες κι όμως η ταινία καταφέρνει και κρατάει τον θεατή και τα 122 λεπτά της. Τι να πεις, φαίνεται πως οι αυτοί οι Γάλλοι έχουν το άγγιγμα του Μίδα στον τομέα της κωμωδίας.
Π.Λ

Λάρισα Εμπιστευτικό (2012)


Σκηνοθεσία

Στράτος Μαρκίδης
Πρωταγωνιστούν

Ελένη Γερασιμίδου, Δημήτρης Τζουμάκης, Γιάννης Ζουγανέλης, Δημήτρης Σταρόβας, Έφη Παπαθεοδώρου, Τάσος Κωστής, Κατερίνα Παπουτσάκη, Άννα Μονογιού, Θανάσης Τσαλταμπάσης, Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, Δημήτρης Μαυρόπουλος, Μιχάλης Μαρίνος, Κώστας Βουτσάς, Χριστίνα Τσάφου, Μπέσυ Μάλφα, Μιχάλης Ιατρόπουλος
Υπόθεση

Δυο χωριά του νομού Λαρίσης τσακώνονται για τη (μή) δημιουργία ενός εργοστασίου επεξεργασίας λυμάτων και προσπαθούν να λαδώσουν τον αρμόδιο υπουργό…

Κριτική


4/10

Άλλη μια εγχώριας παραγωγής και κατανάλωσης κωμωδία αμφιβόλου ποιότητας με τον σκηνοθέτη Στράτο Μαρκίδη να προσπαθεί να επαναλάβει την εμπορική επιτυχία του »I love Καρδίτσα». Και πράγματι, αν πήγαινε κανείς χτες το βράδυ να παρακολουθήσει την ταινία σε κάποιον πολυκινηματογράφο θα διαπίστωνε ότι πολλοί θεατές προτίμησαν την συγκεκριμένη ταινία για την διασκέδαση τους. Από την μία είναι ενθαρρυντικό να βλέπεις τον κόσμο να στηρίζει τον ελληνικό κινηματογράφο αλλά από την άλλη δεν μπορείς παρά να αισθανθείς και πνευματικά απαίδευτος παρακολουθώντας μια ταινία που βασίζεται στο κιτς. Από πότε οι άνθρωποι της επαρχίας είναι μπουρτζόβλαχοι που είναι μαζεμένα πάνω τους όλα τα κουσούρια του κόσμου; Και πες ότι δεν δίνεις σημασία στην υπερβολή του σεναρίου που σε πολλά σημεία φλερτάρει με την σάτιρα για τα σύγχρονα κοινωνικοπολιτικά τεκταινόμενα αλλά δεν μπορείς παρά να αναρωτηθείς τι δουλειά έχουν ένα τσούρμο αξιόλογοι ηθοποιοί σε ένα τόσο χαμηλής πνευματικής ποιότητας θέαμα. Πέρα από την μούσα πλέον του σκηνοθέτη Κατερίνα Παπουτσάκη όλοι οι υπόλοιποι ηθοποιοί φαίνεται σαν να είναι έξω από τα νερά τους. Ο λόγος για τους Ελένη Γερασιμίδου, Τάσο Κωστή, Τιτίκα Σαριγκούλη, Έφη Παπαθεοδώρου και Δημήτρη Τζουμάκη που εφόσον δεν τους βοηθάει το σενάριο με την επιφανειακή ανάλυση των χαρακτήρων και ο σκηνοθέτης δεν τους προσφέρει την κατάλληλη καθοδήγηση  χρησιμοποιούν μανιέρες από προηγούμενους ρόλους που τους έχουν χαρίσει την αναγνώριση. Όσο για τον Γιάννη Ζουγανέλη τι να σχολιάσω; Ο διάσημος περφόρμερ κάνει εδώ ίσως την χειρότερη κινηματογραφική εμφάνιση της καριέρας του. Και όλοι γνωρίζουμε ότι όταν ο Ζουγανέλης βρεθεί με έναν πραγματικά καλό σκηνοθέτη και ένα φροντισμένο σενάριο κάνει θαύματα (βλέπε »Τέσσερα μαύρα κουστούμια», »Ας περιμένουν οι γυναίκες»). Εκεί όμως που σε πιάνει πραγματική θλίψη είναι να βλέπεις νεώτερους και υπερβολικά ταλαντούχους ηθοποιούς να χαραμίζονται σε τέτοιες αρπαχτές με πρόχειρο σενάριο και άσχημο στήσιμο. Ο λόγος για τους Πέτρο Μπουσουλόπουλο, Θανάση Τσαλταμπάση και Άννα Μονογιού που μας έχουν αποδείξει άπειρες φορές τις απεριόριστες υποκριτικές τους ικανότητες. Πάλι καλά που παρά την προχειρότητα τους οι διάλογοι δεν κατακρεουργούν την -από πολλούς σεναριογράφους κατά καιρούς κατακρεουργημένη-ελληνική γλώσσα. Στην ταινία πραγματοποιούνται και μερικά από τα πιο ανέμπνευστα γκεστ που έχουμε δει ποτέ στον ελληνικό κινηματογράφο (για να μην πω στον παγκόσμιο κινηματογράφο ). Τι δουλειά έχουν σε ταινία για την Λάρισα ο Τρύφωνας Σαμαράς και η Φαίη Σκορδά χωρίς να διαθέτουν παρά μόνο μερικά δευτερόλεπτα άκυρης κινηματογραφικής εμφάνισης, ο θεός και η ψυχή τους μονάχα το ξέρει. Την κατάσταση διασώζει κάπως το soundtrack σε μουσική σύνθεση των »Παιδιών από την Πάτρα» και ερμηνεία του λαϊκού τραγουδιστή Νίκου Μακρόπουλου. Τραγούδια που ναι μεν ως αισθητική είναι »σκυλάδικα» αλλά διαθέτουν έναν ευχάριστο ρυθμό και επίκαιρο στίχο. Με τις αστείες στιγμές της ταινίας να εξαντλούνται στο τρέιλερ της που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο (μια »ακριβή πίπα» δεν φέρνει την άνοιξη!) η ταινία αυτή είναι ακατάλληλη για όποιον θέλει να παρακολουθήσει μια αξιοπρεπή προσπάθεια. Είναι γενικά μια ταινία που παρακολουθείται πιο εύκολα με μεγάλη παρέα και όρεξη για χοντροκομμένα αστεία. Εάν πάλι προτιμάτε κάτι πιο συμμαζεμένο σε ελληνική κωμωδία αυτό το διάστημα μην διστάσετε να παρακολουθήσετε την Νήσο 2. Κιτς όσο και τηλεοπτική αισθητική, προφορά που σε καμία περίπτωση δεν μας πείθει ότι οι ήρωες είναι γέννημα-θρέμμα Λαρισαίοι, σενάριο στα όρια του κακού σουρεαλισμού, κακογραμμένοι χαρακτήρες και ένα φινάλε που δεν ξέρεις από που σου ήρθε συνθέτουν το πορτρέτο αυτής της ταινίας. Η απόδειξη του πόσο πίσω μπορεί να πάει ο ελληνικός κινηματογράφος όταν γυρίζονται τέτοιες ταινίες που μόνο με τις βιντεοκασέτες του ’80 μπορούν να συγκριθούν. Άντε, βρε, και εις ανώτερα!

Π.Λ